προδοσία


προδοσία
предательство, измена

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "προδοσία" в других словарях:

  • προδοσία — προδοσίᾱ , προδοσία abandonment in need fem nom/voc/acc dual προδοσίᾱ , προδοσία abandonment in need fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδοσία — η, ΝΜΑ, και προδοσία Ν, και ιων. τ. προδοσίη Α [προδίδωμι] η πράξη και το αποτέλεσμα τού προδίδω (α. «δε έρχεται για πόλεμο, με προδοσία σε παίρνει», δημ. τραγούδι β. «τα αργύρια τής προδοσίας» γ. «συντίθεται Ἀθηναίοισι προδοσίην Αἰγίνης», Ηρόδ.) …   Dictionary of Greek

  • προδοσίᾳ — προδοσίαι , προδοσία abandonment in need fem nom/voc pl προδοσίᾱͅ , προδοσία abandonment in need fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδοσία — η η πράξη του προδότη, που προδίνει την πατρίδα του, τις ηθικές υποχρεώσεις και τα μυστικά που του εμπιστεύτηκαν: Έσχατη προδοσία (ενέργεια σε βάρος της πατρίδας) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προδοσία — [продосиа] ονσ. Θ. предательство, измена …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • προδοσίας — προδοσίᾱς , προδοσία abandonment in need fem acc pl προδοσίᾱς , προδοσία abandonment in need fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδοσίαι — προδοσία abandonment in need fem nom/voc pl προδοσίᾱͅ , προδοσία abandonment in need fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ИЗМЕНА —    • Προδοσία,          означает такое преступление, когда кто нибудь передает иноземному врагу государство или какую нибудь часть его, напр., укрепление, корабль и т. д. Но иногда словом προδοσία означается также преступление, состоящее в… …   Реальный словарь классических древностей

  • προδοσίαν — προδοσίᾱν , προδοσία abandonment in need fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδοσιῶν — προδοσία abandonment in need fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προδοσίαις — προδοσία abandonment in need fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)